Θεωρείται παράγοντας κινδύνου (20-35%) ανάπτυξης Ca μαστού. Αποτελεί συνήθως τυχαίο εύρημα βιοψιών. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν απαιτεί χειρουργική αφαίρεση, αλλά παρακολούθηση και ενίοτε προφυλακτική ορμονοθεραπεία.
Αποτελεί είδικη αλλοίωση είτε σε πόρους είτε σε λόβια. Σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης κακοήθειας (4 φορές σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό και έως 6 φορές επί ύπαρξης οικογενειακού ιστορικού). Συστήνεται χειρουργική εκτομή και βιοψία της βλάβης.
Αποτελούν στρωματικούς όγκους ενδιάμεσης κακοήθειας με ταχεία αύξηση του μεγέθους τους έως 20 εκατοστά και κίνδυνο καρκινωματώδους εξαλλαγής 10-15%. Απαιτείται χειρουργικά ευρεία εκτομή των όγκων αυτών επί υγειών ορίων διότι υπάρχει τάση να υποτροπιάζουν τοπικά.
Σε αντίθεση με τα μονήρη θηλώματα, η κατάσταση αυτή σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο κακοήθειας (5 φορές υψηλότερος από ότι στην περίπτωση απλού θηλώματος). Συστήνεται η ανά εξάμηνο κλινική εξέταση και υπερηχογραφικός έλεγχος καθώς και ο ετήσιος μαστογραφικός έλεγχος, ενώ επι εκκρίματος θα πρέπει να διενεργείται κυτταρολογική εξέταση.
Συνήθως εμφανίζεται ως επώδυνη ψηλαφητή σκληρία, με ιστολογική εμφάνιση υπερπλασίας λοβίων των μαστών και αύξησης του ινώδους ιστού. Μαστογραφικά συναντώνται συχνά διάσπαρτες αποτιτανώσεις. Απαιτείται χειρουργική βιοψία προς αποκλεισμό κακοήθειας.

Αλλοίωση που ανιχνεύεται παθολογοανατομικά σε έλεγχο μαζικού αδένα και σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης Ca μαστού. Συστήνεται τακτικός έλεγχος ιδίως επι ύπαρξης κληρονομικού ιστορικού με διενέργεια μαστογραφίας ετησίως και υπερηχογραφήματος καθώς και κλινικής εξέτασης ανά εξάμηνο.

Αποτελεί πολύ συνηθισμένη διαταραχή που οφείλεται στη δημιουργία ινοκυστικών αλλοιώσεων στους μαστούς συνεπεία δράσης των ορμονών σε αυτούς κατά τη διάρκεια της εμμηνορυσίας. Εκδηλώνεται συνήθως κλινικά με δυσφορία - ήπιο πόνο. Μπορεί να παρουσιαστεί υποστροφή μετά την εμμηνόπαυση, ενώ δε θεωρείται απαραίτητη ειδική θεραπεία.

Παρουσιάζονται συχνά, ενώ μπορεί να είναι πολλαπλές και αμφοτερόπλευρες. Συνήθως είναι κλινικά περιγεγραμμένες, ευκίνητες και ενίοτε επώδυνες. Δε σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο κακοήθειας, αλλά ενέχουν τον κίνδυνο φλεγμονής. Εμφανίζονται πιο συχνά σε γυναίκες ηλικίας 30 & 50 ετών αλλά συχνά υποστρέφουν μετά την εμμηνόπαυση. Συνήθως δεν απαιτείται καμμία παρέμβαση, ενώ εξέταση εκλογής για την παρακολούθησή τους είναι το υπερηχογράφημα.

Τα θηλώματα εντοπίζονται στους εκφορητικούς πόρους της θηλής. Κλινικά εμφανίζονται συνήθως ως έκκριμα θηλής, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις διατεταμένων πόρων μπορεί να είναι και ψηλαφητά. Αφορούν συνήθως γυναίκες ηλικίας 40-50 ετών. Χρήσιμη διαγνωστική εξέταση αποτελεί στην περίπτωση αυτή η κυτταρολογική εξέταση του εκκρίματος της θηλής. Και εδώ η χειρουργική εξαίρεση μπορεί να συνδυάζεται με προεγχειρητική τοποθέτηση συρμάτινου οδηγού.

Είναι ο συχνότερος καλοήθης όγκος του μαστού, αποτελούμενος ιστολογικά από επιθηλιακό και ινώδη συνδετικό ιστό. Είναι όγκος περιγεγραμμένος, ανώδυνος και ευκίνητος κλινικά, ενώ συνήθως αφορά γυναίκες ηλικίας 20-30 ετών. Το μέγεθος των ινοαδενωμάτων μπορεί να αυξηθεί κατά την κύηση- γαλουχία, ενώ σπάνια επιπλέκεται από κακοήθεια. Χειρουργική εξαίρεση μπορεί να επιχειρηθεί σε περιπτώσεις μεγάλου μεγέθους- ταχείας αύξησης του μεγέθους των όγκων, καθώς και σε κάθε περίπτωση υπόνοιας κακοήθειας. Η επέμβαση αφορά σε εκτομή της βλάβης, ενώ σε περιπτώσεις που το ινοαδένωμα είναι αψηλάφητο μπορεί να συνοδευτεί από προεγχειρητική τοποθέτηση συρμάτινου οδηγού