Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη μορφή κακοήθειας στο γυναικείο πληθυσμό με επιπολασμό που ανέρχεται στη χώρα μας περίπου στο 10 % και με αυξανόμενη επίπτωση, στην οποία έχει συντελέσει τόσο η εφαρμογή μαστογραφικού προληπτικού ελέγχου όσο και η γήρανση του πληθυσμού.

Το 1/4 των περιπτώσεων αφορά γυναίκες ηλικίας μικρότερης των 50 ετών με λιγότερο από 5 % των περιπτώσεων καρκίνου μαστού να εμφανίζεται σε γυναίκες νεώτερες των 35 ετών. Ως σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού θεωρούνται η γενετική προδιάθεση (συγγενείς α βαθμού με καρκίνο μαστού, BRCA 1 & 2), η έκθεση σε οιστρογόνα (τόσο ενδογενή όσο και εξωγενή), η ιονίζουσα ακτινοβολία και το ιστορικό άτυπης υπερπλασίας.Ο δυτικός τρόπος ζωής - δίαιτας, η παχυσαρκία και η υπερκατανάλωση αλκοόλ φαίνεται επίσης να συμβάλλουν στην αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου μαστού.

Περισσότερα...

Παρά την αυξανόμενη επίπτωση καρκίνου του μαστού οι θάνατοι από τη νόσο έχουν μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων προληπτικού ελέγχου και της χρήσης αποτελεσματικότερων νέων φαρμάκων.

Είναι πλέον λοιπόν αδιαμφισβήτητο πως η έγκαιρη διαγνωση μέσω εφαρμογής προληπτικού συστηματικού ελέγχου οδηγεί σε καλύτερη αντιμετώπιση της νόσου, με αύξηση του ποσοστού επιβίωσης, ελάττωση της θνητότητας έως 30% και μείωσης των πιθανοτήτων επανεμφάνισης της νόσου. Η μαστογραφία αποτελεί σημαντικό κομμάτι του προληπτικού ελέγχου. Κατά τη διάρκεια αυτής, που είναι προτιμότερο να διενεργείται την 7η-10η ημέρα του κύκλου λαμβάνονται 4 λήψεις των μαστών. Η εφαρμογή της σε ασυμπτωματικές γυναίκες ηλικίας 50-70 ετών έχει βρεθεί ότι ελαττώνει κατά 20% τη θνητότητα από καρκίνο του μαστού, ενώ συστήνεται ετήσιος μαστογραφικός έλεγχος μετά την ηλικία των 40 ετών και τέλεση μαστογραφίας αναφοράς στην ηλικία των 35 περίπου ετών.

Περισσότερα...

H διάγνωση καρκίνου του μαστού, τουλάχιστον στο 95 % των περιπτώσεων, βάσει της ευρωπαϊκής ένωσης ειδικών για τον καρκίνο του μαστού θα πρέπει να τίθεται προεγχειρητικά και να βασίζεται στη διενέργεια βιοψίας με βελόνη υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση (υπό τοπική αναισθησία, μέσω μικρής τομής μήκους λίγων χιλιοστών και υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση τοποθέτηση της βελόνης στη βλάβη και αφαίρεση 5-7 ιστοτεμαχίων, μήκους 3-5 mm, από τον όγκο ).

Παλαιότερα οι ανοικτές και ταχείες βιοψίες αποτελούσαν τις βασικές μεθόδους διάγνωσης καρκίνου του μαστού. Πλέον όμως με την εξασφάλιση προεγχειρητικής διάγνωσης της νόσου μέσω βιοψίας με βελόνη παρέχεται η δυνατότητα αφενός καλύτερου σχεδιασμού των χειρουργικών επεμβάσεων με μείωση χειρουργικών χρόνων, αποφυγή περιττών χειρουργικών ενεργειών και αφετέρου εντοπισμού ασθενών με αυξημένη πιθανότητα ύπαρξης πολυκεντρικής νόσου, ώστε να ακολουθήσει η κατάλληλη διερεύνηση καθώς και καλύτερης αντιμετώπισης των ασθενών που πρόκειται να υποβληθούν σε προεγχειρητική συστηματική θεραπεία (τριπλά αρνητικοί όγκοι, HER-2 θετικοί όγκοι, συρρίκνωση ευμεγέθων όγκων ώστε να καταστεί δυνατή η ογκεκτομή).

Περισσότερα...

Η σταδιοποίηση αποτελεί βασικό εργαλείο εκτίμησης της πρόγνωσης του ασθενούς (όσο λιγότερο προχωρημένο το στάδιο τόσο καλύτερη η πρόγνωση του ασθενούς). Στη σταδιοποίηση του καρκίνου του μαστού λαμβάνονται υπόψιν τρεις βασικοί παράγοντες που σχετίζονται με το μέγεθος του πρωτοπαθούς όγκου, τη διήθηση γειτονικών ιστών και λεμφαδένων και την ύπαρξη μεταστάσεων. Έτσι λοιπόν διακρίνουμε τα εξής στάδια:

Στάδιο 0: Αφορά μη διηθητική κακοήθεια.

Στάδιο I: Χωρίζεται σε δυο υποκατηγορίες:

Στάδιο Ιa: H διάμετρος του όγκου είναι μέχρι 2 εκ. και έχει αρνητικό λεμφαδένα φρουρό.

Στάδιο Ιb: H διάμετρος του όγκου μέχρι 2 εκ. και υπάρχει μικρομετάσταση (0,2mm-2mm) στον λεμφαδένα φρουρό.

Περισσότερα...

Όσον αφορά στη χειρουργική αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς εστίας του καρκίνου του μαστού, έχει σημειωθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες μία στροφή ως προς την εφαρμογή συντηρητικότερων επεμβάσεων με διατήρηση του μαστού. Η ογκεκτομή (αφαίρεση του όγκου με ένα υγιές τμήμα του γύρω μαστού και με διατήρηση του υπολοίπου μαστού) ακολουθούμενη μετεγχειρητικά από συμπληρωματική τοπική ακτινοβολία έχει ως βασικό στόχο την εξασφάλιση καλύτερου αισθητικού αποτελέσματος σε σύγκριση με τη μαστεκτομή, ενώ παρουσιάζει θεραπευτικό αποτέλεσμα ισοδύναμο αυτής. Βέβαια σε ένα ποσοστό έως και 30% η ογκεκτομή μπορεί να οδηγήσει είτε άμεσα μετεγχειρητικά είτε και σε απώτερο χρόνο στην εμφάνιση σημαντικής παραμόρφωσης των μαστών, οπότε και παράλληλα με την επέμβαση αυτή μπορούν να εφαρμόζονται τεχνικές ογκοπλαστικής αποκατάστασης (άμεση αναδιαμόρφωση του ελλείμματος του μαστού, συμμετρικοποίηση, ανόρθωση, μείωση μαστών, ανάπλαση θηλών), ώστε σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται το βέλτιστο δυνατό αισθητικό αποτέλεσμα.

Περισσότερα...